しょうよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμπορευματοποίηση, εμπορική εκμετάλλευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
商用化する
Παρόν (ευγενικό)
商用化します
Άρνηση (απλή)
商用化しない
Άρνηση (ευγενική)
商用化しません
Παρελθόν (απλό)
商用化した
Παρελθόν (ευγενικό)
商用化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
商用化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
商用化しませんでした
Τε-μορφή
商用化して
Δυνητική
商用化できる
Προστακτική
商用化しろ
Βουλητική
商用化しよう
Υποθετική (ば)
商用化すれば