いかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρωτάω
  2. 02 αρχίζω να ρωτάω

Παραδείγματα

  • かれわたしいかけました

    Με ρώτησε.

  • 先生せんせい生徒せいとたちに、いくつかの質問しつもんいかけました

    Ο καθηγητής έκανε κάποιες ερωτήσεις στους μαθητές.

  • かれ言葉ことばは、ものこころふかいかけるようなちからっていました。

    Τα λόγια του είχαν τη δύναμη να προβληματίσουν βαθιά όποιον τον άκουγε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
問いかける
Παρόν (ευγενικό)
問いかけます
Άρνηση (απλή)
問いかけない
Άρνηση (ευγενική)
問いかけません
Παρελθόν (απλό)
問いかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
問いかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
問いかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
問いかけませんでした
Τε-μορφή
問いかけて
Δυνητική
問いかけられる
Προστακτική
問いかけろ
Βουλητική
問いかけよう
Υποθετική (ば)
問いかければ