いただす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρωτώ, ζητώ διευκρινίσεις, κάνω ερώτηση
  2. 02 ανακρίνω, υποβάλλω σε έντονη ανάκριση, ζητώ εξηγήσεις (από κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
問いただす
Παρόν (ευγενικό)
問いただします
Άρνηση (απλή)
問いたださない
Άρνηση (ευγενική)
問いただしません
Παρελθόν (απλό)
問いただした
Παρελθόν (ευγενικό)
問いただしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
問いたださなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
問いただしませんでした
Τε-μορφή
問いただして
Δυνητική
問いただせる
Προστακτική
問いただせ
Βουλητική
問いただそう
Υποθετική (ば)
問いただせば