うにちずかたるにちる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ ένα μυστικό όταν με ρωτούν σχετικά με αυτό, αλλά το αποκαλύπτω άθελά μου όταν συζητώ για κάποιο άλλο θέμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
問うに落ちず語るに落ちる
Παρόν (ευγενικό)
問うに落ちず語るに落ちます
Άρνηση (απλή)
問うに落ちず語るに落ちない
Άρνηση (ευγενική)
問うに落ちず語るに落ちません
Παρελθόν (απλό)
問うに落ちず語るに落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
問うに落ちず語るに落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
問うに落ちず語るに落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
問うに落ちず語るに落ちませんでした
Τε-μορφή
問うに落ちず語るに落ちて
Δυνητική
問うに落ちず語るに落ちられる
Προστακτική
問うに落ちず語るに落ちろ
Βουλητική
問うに落ちず語るに落ちよう
Υποθετική (ば)
問うに落ちず語るに落ちれば