問とう

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρωτάω, διερευνώ
  2. 02 κατηγορώ, ψέγω, ζητάω ευθύνες
  3. 03 ενδιαφέρομαι, θεωρώ σημαντικό
  4. 04 αμφισβητώ, αμφιβάλλω

Παραδείγματα

  • 私わたしは先生せんせいに意見いけんを問とう。

    Ζητάω τη γνώμη του δασκάλου.

  • 会社かいしゃは彼かれにその件けんの責任せきにんを問とった。

    Η εταιρεία του ζήτησε ευθύνες για αυτή την υπόθεση.

  • 彼かれの発言はつげんは、現代社会げんだいしゃかいのあり方かたについて根本的こんぽんてきな疑問ぎもんを私わたしたちに問といかけている。

    Η δήλωσή του μάς εγείρει ένα θεμελιώδες ερώτημα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της σύγχρονης κοινωνίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
問う
Παρόν (ευγενικό)
問います
Άρνηση (απλή)
問わない
Άρνηση (ευγενική)
問いません
Παρελθόν (απλό)
問うた
Παρελθόν (ευγενικό)
問いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
問わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
問いませんでした
Τε-μορφή
問うて
Δυνητική
問える
Προστακτική
問え
Βουλητική
問おう
Υποθετική (ば)
問えば