もんだいにならない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν αποτελεί πρόβλημα
  2. 02 εκτός συζήτησης, δεν αξίζει να εξεταστεί
  3. 03 ασήμαντος, αμελητέος, επουσιώδης, χωρίς καμία βαρύτητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
問題にならない
Παρόν (ευγενικό)
問題にならないです
Άρνηση (απλή)
問題にならなくない
Άρνηση (ευγενική)
問題にならなくないです
Παρελθόν (απλό)
問題にならなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
問題にならなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
問題にならなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
問題にならなくなかったです
Τε-μορφή
問題にならなくて
Υποθετική (ば)
問題にならなければ