問題化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προβληματοποίηση, το να καθιστώ κάτι ζήτημα, το να γίνομαι πρόβλημα, το να γίνομαι ζήτημα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 問題化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 問題化します
- Άρνηση (απλή)
- 問題化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 問題化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 問題化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 問題化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 問題化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 問題化しませんでした
- Τε-μορφή
- 問題化して
- Δυνητική
- 問題化できる
- Προστακτική
- 問題化しろ
- Βουλητική
- 問題化しよう
- Υποθετική (ば)
- 問題化すれば
- Υποθετική (たら)
- 問題化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 問題化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 問題化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 問題化しなさい
- Παθητική
- 問題化される
- Αιτιατική
- 問題化させる