ひら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό φωτίζω, διαφωτίζω
  2. 02 εκπαιδεύω, διαπαιδαγωγώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
啓く
Παρόν (ευγενικό)
啓きます
Άρνηση (απλή)
啓かない
Άρνηση (ευγενική)
啓きません
Παρελθόν (απλό)
啓いた
Παρελθόν (ευγενικό)
啓きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
啓かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
啓きませんでした
Τε-μορφή
啓いて
Δυνητική
啓ける
Προστακτική
啓け
Βουλητική
啓こう
Υποθετική (ば)
啓けば