啓迪
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πνευματική καλλιέργεια, φώτιση, καθοδήγηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 啓迪する
- Παρόν (ευγενικό)
- 啓迪します
- Άρνηση (απλή)
- 啓迪しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 啓迪しません
- Παρελθόν (απλό)
- 啓迪した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 啓迪しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 啓迪しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 啓迪しませんでした
- Τε-μορφή
- 啓迪して
- Δυνητική
- 啓迪できる
- Προστακτική
- 啓迪しろ
- Βουλητική
- 啓迪しよう
- Υποθετική (ば)
- 啓迪すれば
- Υποθετική (たら)
- 啓迪したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 啓迪したい
- Απαγορευτική (~な)
- 啓迪するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 啓迪しなさい
- Παθητική
- 啓迪される
- Αιτιατική
- 啓迪させる