善ぜん

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλό, αγαθότητα, ορθό, αρετή

Παραδείγματα

  • 善ぜんをします。

    Κάνω το καλό.

  • 善ぜんは誰だれにでもできると思おもいます。

    Πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να κάνει το καλό.

  • 人ひととして何なにが善ぜんで何なにが悪あくかを判断はん基準じゅんにするのは難むずかしい問題もんだいです。

    Είναι ένα δύσκολο ζήτημα να κρίνεις τι είναι καλό και τι κακό ως άνθρωπος.