がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ικανοποιούμαι, ευχαριστιέμαι, υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι, θριαμβολογώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκφράζω ευχαρίστηση (με τη φωνή ή την έκφρασή μου), βογκώ από ηδονή

Κλίση

Παρόν (απλό)
善がる
Παρόν (ευγενικό)
善がります
Άρνηση (απλή)
善がらない
Άρνηση (ευγενική)
善がりません
Παρελθόν (απλό)
善がった
Παρελθόν (ευγενικό)
善がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
善がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
善がりませんでした
Τε-μορφή
善がって
Δυνητική
善がれる
Προστακτική
善がれ
Βουλητική
善がろう
Υποθετική (ば)
善がれば