ぜんしょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειρίζομαι καταλλήλως μια κατάσταση, λαμβάνω τα κατάλληλα μέτρα, αντιμετωπίζω ένα ζήτημα με προσοχή, αξιοποιώ στο έπακρο μια δυσάρεστη κατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
善処する
Παρόν (ευγενικό)
善処します
Άρνηση (απλή)
善処しない
Άρνηση (ευγενική)
善処しません
Παρελθόν (απλό)
善処した
Παρελθόν (ευγενικό)
善処しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
善処しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
善処しませんでした
Τε-μορφή
善処して
Δυνητική
善処できる
Προστακτική
善処しろ
Βουλητική
善処しよう
Υποθετική (ば)
善処すれば