善ぜん良りょう

επίθετο, ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλός (για άτομο, φύση κ.λπ.), καλόκαρδος, ενάρετος, έντιμος

Παραδείγματα

  • 彼かれはとても善良ぜんりょうです。

    Είναι πολύ καλός άνθρωπος.

  • 彼女かのじょの善良ぜんりょうな心こころはみんなに愛あいされています。

    Η καλοσύνη της αγαπιέται από όλους.

  • 社会しゃかいの基盤きばんは、人ひと々の善良ぜんりょうな精神せいしんによって築きずかれていると信しんじています。

    Πιστεύω ότι η βάση της κοινωνίας χτίζεται πάνω στο ενάρετο πνεύμα των ανθρώπων.