のどとお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπορώ να φάω, καταπίνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
喉を通る
Παρόν (ευγενικό)
喉を通ります
Άρνηση (απλή)
喉を通らない
Άρνηση (ευγενική)
喉を通りません
Παρελθόν (απλό)
喉を通った
Παρελθόν (ευγενικό)
喉を通りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
喉を通らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
喉を通りませんでした
Τε-μορφή
喉を通って
Δυνητική
喉を通れる
Προστακτική
喉を通れ
Βουλητική
喉を通ろう
Υποθετική (ば)
喉を通れば