のどしの

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 που γλιστρά ευχάριστα στο λαιμό (ειδικά για μπίρα), που έχει ευχάριστη αίσθηση κατά την κατάποση

Κλίση

Παρόν (απλό)
喉越しの良い
Παρόν (ευγενικό)
喉越しの良いです
Άρνηση (απλή)
喉越しの良くない
Άρνηση (ευγενική)
喉越しの良くないです
Παρελθόν (απλό)
喉越しの良かった
Παρελθόν (ευγενικό)
喉越しの良かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
喉越しの良くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
喉越しの良くなかったです
Τε-μορφή
喉越しの良くて
Υποθετική (ば)
喉越しの良ければ