Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
喉頭隆起
喉
喉
こう
頭
とう
隆
りゅう
起
き
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
λάρυγγας, μήλο του Αδάμ