喋々喃々
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρχαϊκό ιδιωματισμός ψιθυριστή και τρυφερή συζήτηση, ερωτική εξομολόγηση με ψιθύρους
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 喋々喃々する
- Παρόν (ευγενικό)
- 喋々喃々します
- Άρνηση (απλή)
- 喋々喃々しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 喋々喃々しません
- Παρελθόν (απλό)
- 喋々喃々した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 喋々喃々しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 喋々喃々しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 喋々喃々しませんでした
- Τε-μορφή
- 喋々喃々して
- Δυνητική
- 喋々喃々できる
- Προστακτική
- 喋々喃々しろ
- Βουλητική
- 喋々喃々しよう
- Υποθετική (ば)
- 喋々喃々すれば
- Υποθετική (たら)
- 喋々喃々したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 喋々喃々したい
- Απαγορευτική (~な)
- 喋々喃々するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 喋々喃々しなさい
- Παθητική
- 喋々喃々される
- Αιτιατική
- 喋々喃々させる