喜ばしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ευχάριστος (νέα, γεγονός κ.λπ.), χαρούμενος, απολαυστικός (π.χ. αποτέλεσμα), ευχάριστος (π.χ. θέα), ικανοποιητικός, καλοδεχούμενος, καλός, ευτυχής, χαρούμενος, ικανοποιημένος
Παραδείγματα
-
それは喜ばしいです。
Αυτό είναι χαροποιό.
-
試験に合格できたのは実に喜ばしいことです。
Το ότι πέρασα τις εξετάσεις είναι πραγματικά ευχάριστο.
-
長年の努力が実り、このような成果を収められたのは非常に喜ばしい限りです。
Είναι εξαιρετικά ευχάριστο που οι προσπάθειες τόσων χρόνων απέδωσαν και επιτεύχθηκαν τέτοια αποτελέσματα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 喜ばしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 喜ばしいです
- Άρνηση (απλή)
- 喜ばしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 喜ばしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 喜ばしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 喜ばしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 喜ばしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 喜ばしくなかったです
- Τε-μορφή
- 喜ばしくて
- Υποθετική (ば)
- 喜ばしければ
- Υποθετική (たら)
- 喜ばしかったら