喜よろこび

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χαρά, ευχαρίστηση, τέρψη, έκσταση, απόλαυση, ικανοποίηση, αγαλλίαση, πανηγυρισμός, συγχαρητήρια, ευχές

Παραδείγματα

  • これが私わたしの喜よろこびです。

    Αυτή είναι η χαρά μου.

  • 彼かれの成功せいこうは私わたしたちに大おおきな喜よろこびをもたらしました。

    Η επιτυχία του μας έφερε μεγάλη χαρά.

  • 予想よそうもしなかった朗報ろうほうに、皆みなが喜よろこびを分わかち合あいました。

    Στην απροσδόκητη καλή είδηση, όλοι μοιράστηκαν τη χαρά τους.