喧しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θορυβώδης, δυνατός, ανήσυχος, οχλαγωγικός
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα πολυσυζητημένος, αμφιλεγόμενος
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αυστηρός, επιβλητικός, σκληρός
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα σχολαστικός, ιδιότροπος, λεπτολόγος, επικριτικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 喧しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 喧しいです
- Άρνηση (απλή)
- 喧しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 喧しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 喧しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 喧しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 喧しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 喧しくなかったです
- Τε-μορφή
- 喧しくて
- Υποθετική (ば)
- 喧しければ
- Υποθετική (たら)
- 喧しかったら