喧嘩っ早い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 φιλονικος, ευέξαπτος, οξύθυμος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 喧嘩っ早い
- Παρόν (ευγενικό)
- 喧嘩っ早いです
- Άρνηση (απλή)
- 喧嘩っ早くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 喧嘩っ早くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 喧嘩っ早かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 喧嘩っ早かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 喧嘩っ早くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 喧嘩っ早くなかったです
- Τε-μορφή
- 喧嘩っ早くて
- Υποθετική (ば)
- 喧嘩っ早ければ
- Υποθετική (たら)
- 喧嘩っ早かったら