けん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ καυγά, επιδιώκω καβγά

Κλίση

Παρόν (απλό)
喧嘩を売る
Παρόν (ευγενικό)
喧嘩を売ります
Άρνηση (απλή)
喧嘩を売らない
Άρνηση (ευγενική)
喧嘩を売りません
Παρελθόν (απλό)
喧嘩を売った
Παρελθόν (ευγενικό)
喧嘩を売りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
喧嘩を売らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
喧嘩を売りませんでした
Τε-μορφή
喧嘩を売って
Δυνητική
喧嘩を売れる
Προστακτική
喧嘩を売れ
Βουλητική
喧嘩を売ろう
Υποθετική (ば)
喧嘩を売れば