けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καβγάς, φιλονικία, διαπληκτισμός, συμπλοκή, αψιμαχία, λογομαχία

Παραδείγματα

  • 子供こどもたちが喧嘩けんかしています。

    Τα παιδιά τσακώνονται.

  • かれらは些細ささいなことでいつも喧嘩けんかをしてしまいます。

    Αυτοί τσακώνονται πάντα για ασήμαντα πράγματα.

  • 意見いけん相違そういから喧嘩けんか発展はってんしてしまい、気まずきまず雰囲気ふんいきになりました。

    Λόγω διαφωνιών, κατέληξαν σε καβγά και η ατμόσφαιρα έγινε άβολη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
喧嘩する
Παρόν (ευγενικό)
喧嘩します
Άρνηση (απλή)
喧嘩しない
Άρνηση (ευγενική)
喧嘩しません
Παρελθόν (απλό)
喧嘩した
Παρελθόν (ευγενικό)
喧嘩しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
喧嘩しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
喧嘩しませんでした
Τε-μορφή
喧嘩して
Δυνητική
喧嘩できる
Προστακτική
喧嘩しろ
Βουλητική
喧嘩しよう
Υποθετική (ば)
喧嘩すれば