ふく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πενθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
喪に服す
Παρόν (ευγενικό)
喪に服します
Άρνηση (απλή)
喪に服さない
Άρνηση (ευγενική)
喪に服しません
Παρελθόν (απλό)
喪に服した
Παρελθόν (ευγενικό)
喪に服しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
喪に服さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
喪に服しませんでした
Τε-μορφή
喪に服して
Δυνητική
喪に服せる
Προστακτική
喪に服せ
Βουλητική
喪に服そう
Υποθετική (ば)
喪に服せば