そうしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφηρημάδα, πνευματική νωθρότητα, έκπληξη, εσωστρέφεια, κατάσταση σοκ
  2. 02 λιποθυμία

Κλίση

Παρόν (απλό)
喪神する
Παρόν (ευγενικό)
喪神します
Άρνηση (απλή)
喪神しない
Άρνηση (ευγενική)
喪神しません
Παρελθόν (απλό)
喪神した
Παρελθόν (ευγενικό)
喪神しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
喪神しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
喪神しませんでした
Τε-μορφή
喪神して
Δυνητική
喪神できる
Προστακτική
喪神しろ
Βουλητική
喪神しよう
Υποθετική (ば)
喪神すれば