営業
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιχείρηση, εμπόριο, δραστηριότητες
- 02 πωλήσεις
Παραδείγματα
-
当店の営業は10時からです。
Το κατάστημά μας ανοίγει στις 10.
-
彼は新しい営業の仕事を探しています。
Ψάχνει για μια νέα δουλειά στις πωλήσεις.
-
市場の変化に柔軟に対応し、顧客ニーズを的確に捉えることが、競争の激しい現代において成功する営業の鍵となります。
Το κλειδί για επιτυχημένες πωλήσεις στη σημερινή έντονα ανταγωνιστική αγορά είναι η ευέλικτη προσαρμογή στις αλλαγές της αγοράς και η ακριβής κατανόηση των αναγκών των πελατών.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 営業する
- Παρόν (ευγενικό)
- 営業します
- Άρνηση (απλή)
- 営業しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 営業しません
- Παρελθόν (απλό)
- 営業した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 営業しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 営業しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 営業しませんでした
- Τε-μορφή
- 営業して
- Δυνητική
- 営業できる
- Προστακτική
- 営業しろ
- Βουλητική
- 営業しよう
- Υποθετική (ば)
- 営業すれば
- Υποθετική (たら)
- 営業したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 営業したい
- Απαγορευτική (~な)
- 営業するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 営業しなさい
- Παθητική
- 営業される
- Αιτιατική
- 営業させる