えいぜん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντήρηση και επισκευή, φροντίδα (εξοπλισμού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
営繕する
Παρόν (ευγενικό)
営繕します
Άρνηση (απλή)
営繕しない
Άρνηση (ευγενική)
営繕しません
Παρελθόν (απλό)
営繕した
Παρελθόν (ευγενικό)
営繕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
営繕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
営繕しませんでした
Τε-μορφή
営繕して
Δυνητική
営繕できる
Προστακτική
営繕しろ
Βουλητική
営繕しよう
Υποθετική (ば)
営繕すれば