ぎつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οσφραίνομαι, ανακαλύπτω (κάτι κρυφό), μυρίζομαι (μια κατάσταση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
嗅ぎつける
Παρόν (ευγενικό)
嗅ぎつけます
Άρνηση (απλή)
嗅ぎつけない
Άρνηση (ευγενική)
嗅ぎつけません
Παρελθόν (απλό)
嗅ぎつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
嗅ぎつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嗅ぎつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嗅ぎつけませんでした
Τε-μορφή
嗅ぎつけて
Δυνητική
嗅ぎつけられる
Προστακτική
嗅ぎつけろ
Βουλητική
嗅ぎつけよう
Υποθετική (ば)
嗅ぎつければ