ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μυρίζω
  2. 02 διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
嗅ぎ取る
Παρόν (ευγενικό)
嗅ぎ取ります
Άρνηση (απλή)
嗅ぎ取らない
Άρνηση (ευγενική)
嗅ぎ取りません
Παρελθόν (απλό)
嗅ぎ取った
Παρελθόν (ευγενικό)
嗅ぎ取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嗅ぎ取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嗅ぎ取りませんでした
Τε-μορφή
嗅ぎ取って
Δυνητική
嗅ぎ取れる
Προστακτική
嗅ぎ取れ
Βουλητική
嗅ぎ取ろう
Υποθετική (ば)
嗅ぎ取れば