まわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οσφραίνομαι τριγύρω, ψαχουλεύω
  2. 02 κατασκοπεύω, παραμονεύω, σκαλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
嗅ぎ回る
Παρόν (ευγενικό)
嗅ぎ回ります
Άρνηση (απλή)
嗅ぎ回らない
Άρνηση (ευγενική)
嗅ぎ回りません
Παρελθόν (απλό)
嗅ぎ回った
Παρελθόν (ευγενικό)
嗅ぎ回りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嗅ぎ回らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嗅ぎ回りませんでした
Τε-μορφή
嗅ぎ回って
Δυνητική
嗅ぎ回れる
Προστακτική
嗅ぎ回れ
Βουλητική
嗅ぎ回ろう
Υποθετική (ば)
嗅ぎ回れば