たしな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τρέφω ιδιαίτερη προτίμηση, έχω κλίση προς κάτι, απολαμβάνω (με μέτρο), έχω ενδιαφέρον για κάτι (π.χ. ένα χόμπι)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι μετριόφρων, είμαι συνετός, προσέχω (π.χ. τη συμπεριφορά μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
嗜む
Παρόν (ευγενικό)
嗜みます
Άρνηση (απλή)
嗜まない
Άρνηση (ευγενική)
嗜みません
Παρελθόν (απλό)
嗜んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
嗜みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嗜まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嗜みませんでした
Τε-μορφή
嗜んで
Δυνητική
嗜める
Προστακτική
嗜め
Βουλητική
嗜もう
Υποθετική (ば)
嗜めば