嗾ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παρακινώ, υποκινώ, σπρώχνω, εξαπολύω (π.χ. σκύλο εναντίον κάποιου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 嗾ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 嗾けます
- Άρνηση (απλή)
- 嗾けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 嗾けません
- Παρελθόν (απλό)
- 嗾けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 嗾けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 嗾けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 嗾けませんでした
- Τε-μορφή
- 嗾けて
- Δυνητική
- 嗾けられる
- Προστακτική
- 嗾けろ
- Βουλητική
- 嗾けよう
- Υποθετική (ば)
- 嗾ければ
- Υποθετική (たら)
- 嗾けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 嗾けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 嗾けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 嗾けなさい
- Παθητική
- 嗾けられる
- Αιτιατική
- 嗾けさせる