なげらす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνώ τις μέρες μου με θλίψη, αναλώνομαι στη θλίψη, θρηνώ όλη μέρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
嘆き暮らす
Παρόν (ευγενικό)
嘆き暮らします
Άρνηση (απλή)
嘆き暮らさない
Άρνηση (ευγενική)
嘆き暮らしません
Παρελθόν (απλό)
嘆き暮らした
Παρελθόν (ευγενικό)
嘆き暮らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嘆き暮らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嘆き暮らしませんでした
Τε-μορφή
嘆き暮らして
Δυνητική
嘆き暮らせる
Προστακτική
嘆き暮らせ
Βουλητική
嘆き暮らそう
Υποθετική (ば)
嘆き暮らせば