たんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θρηνώ, οδύρομαι, θλίβομαι
  2. 02 θαυμάζω, αναστενάζω από θαυμασμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
嘆ずる
Παρόν (ευγενικό)
嘆ずます
Άρνηση (απλή)
嘆ずない
Άρνηση (ευγενική)
嘆ずません
Παρελθόν (απλό)
嘆ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
嘆ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嘆ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嘆ずませんでした
Τε-μορφή
嘆ずて
Δυνητική
嘆ずられる
Προστακτική
嘆ずろ
Βουλητική
嘆ずよう
Υποθετική (ば)
嘆ずれば