嘗めてかかる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υποτιμώ κάποιον, χλευάζω, μειώνω, αντιμετωπίζω με περιφρόνηση, υπολογίζω λάθος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 嘗めてかかる
- Παρόν (ευγενικό)
- 嘗めてかかります
- Άρνηση (απλή)
- 嘗めてかからない
- Άρνηση (ευγενική)
- 嘗めてかかりません
- Παρελθόν (απλό)
- 嘗めてかかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 嘗めてかかりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 嘗めてかからなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 嘗めてかかりませんでした
- Τε-μορφή
- 嘗めてかかって
- Δυνητική
- 嘗めてかかれる
- Προστακτική
- 嘗めてかかれ
- Βουλητική
- 嘗めてかかろう
- Υποθετική (ば)
- 嘗めてかかれば
- Υποθετική (たら)
- 嘗めてかかったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 嘗めてかかりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 嘗めてかかるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 嘗めてかかりなさい
- Παθητική
- 嘗めてかかられる
- Αιτιατική
- 嘗めてかからせる