しょく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο αναθέτω σε κάποιον, εναποθέτω τις ελπίδες μου σε κάποιον (για το μέλλον του), τρέφω μεγάλες προσδοκίες για κάποιον
  2. 02 επίσημο αναθέτω σε κάποιον να παραδώσει κάτι (γράμμα, κλπ.), αφήνω ένα μήνυμα, στέλνω είδηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
嘱す
Παρόν (ευγενικό)
嘱します
Άρνηση (απλή)
嘱さない
Άρνηση (ευγενική)
嘱しません
Παρελθόν (απλό)
嘱した
Παρελθόν (ευγενικό)
嘱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嘱さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嘱しませんでした
Τε-μορφή
嘱して
Δυνητική
嘱せる
Προστακτική
嘱せ
Βουλητική
嘱そう
Υποθετική (ば)
嘱せば