しょくもく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο προσέχω, σημειώνω, παρατηρώ, παρακολουθώ, τρέφω μεγάλες προσδοκίες
  2. 02 επίσημο τραβώ την προσοχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
嘱目する
Παρόν (ευγενικό)
嘱目します
Άρνηση (απλή)
嘱目しない
Άρνηση (ευγενική)
嘱目しません
Παρελθόν (απλό)
嘱目した
Παρελθόν (ευγενικό)
嘱目しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嘱目しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嘱目しませんでした
Τε-μορφή
嘱目して
Δυνητική
嘱目できる
Προστακτική
嘱目しろ
Βουλητική
嘱目しよう
Υποθετική (ば)
嘱目すれば