噛ます
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αναγκάζω κάποιον να δαγκώσει, εισάγω κάτι στο στόμα κάποιου (π.χ. φίμωτρο)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σφηνώνω σε έναν χώρο
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα καταφέρω ένα χτύπημα, δίνω μια γροθιά
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα λέω ένα αστείο, κάνω μια βλακεία, επιχειρώ μια μπλόφα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 噛ます
- Παρόν (ευγενικό)
- 噛まします
- Άρνηση (απλή)
- 噛まさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 噛ましません
- Παρελθόν (απλό)
- 噛ました
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 噛ましました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 噛まさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 噛ましませんでした
- Τε-μορφή
- 噛まして
- Δυνητική
- 噛ませる
- Προστακτική
- 噛ませ
- Βουλητική
- 噛まそう
- Υποθετική (ば)
- 噛ませば
- Υποθετική (たら)
- 噛ましたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 噛ましたい
- Απαγορευτική (~な)
- 噛ますな
- Προστακτική (ευγενική)
- 噛ましなさい
- Παθητική
- 噛まされる
- Αιτιατική
- 噛まさせる