ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεύομαι, διακρίνω, κατανοώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
噛み分ける
Παρόν (ευγενικό)
噛み分けます
Άρνηση (απλή)
噛み分けない
Άρνηση (ευγενική)
噛み分けません
Παρελθόν (απλό)
噛み分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
噛み分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
噛み分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
噛み分けませんでした
Τε-μορφή
噛み分けて
Δυνητική
噛み分けられる
Προστακτική
噛み分けろ
Βουλητική
噛み分けよう
Υποθετική (ば)
噛み分ければ