ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπλέκω (για γρανάζια, οδοντωτούς τροχούς κ.λπ.), εμπλέκομαι μεταξύ μου, συναντώμαι (για τα δόντια), συγκλίνω
  2. 02 δαγκώνομαι
  3. 03 βρίσκομαι στο ίδιο μήκος κύματος, συντονίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
噛み合う
Παρόν (ευγενικό)
噛み合います
Άρνηση (απλή)
噛み合わない
Άρνηση (ευγενική)
噛み合いません
Παρελθόν (απλό)
噛み合った
Παρελθόν (ευγενικό)
噛み合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
噛み合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
噛み合いませんでした
Τε-μορφή
噛み合って
Δυνητική
噛み合える
Προστακτική
噛み合え
Βουλητική
噛み合おう
Υποθετική (ば)
噛み合えば