ころ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταπνίγω (ένα χαμόγελο, ένα χασμουρητό κ.λπ.), συγκρατώ
  2. 02 δαγκώνω μέχρι θανάτου

Κλίση

Παρόν (απλό)
噛み殺す
Παρόν (ευγενικό)
噛み殺します
Άρνηση (απλή)
噛み殺さない
Άρνηση (ευγενική)
噛み殺しません
Παρελθόν (απλό)
噛み殺した
Παρελθόν (ευγενικό)
噛み殺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
噛み殺さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
噛み殺しませんでした
Τε-μορφή
噛み殺して
Δυνητική
噛み殺せる
Προστακτική
噛み殺せ
Βουλητική
噛み殺そう
Υποθετική (ば)
噛み殺せば