うつわおおきい

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεκτικός, μεγαλόψυχος, ευέλικτος, ανοιχτόκαρδος, δεκτικός, ανοιχτόμυαλος, ώριμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
器の大きい
Παρόν (ευγενικό)
器の大きいです
Άρνηση (απλή)
器の大きくない
Άρνηση (ευγενική)
器の大きくないです
Παρελθόν (απλό)
器の大きかった
Παρελθόν (ευγενικό)
器の大きかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
器の大きくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
器の大きくなかったです
Τε-μορφή
器の大きくて
Υποθετική (ば)
器の大きければ