ふんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτόξευση, ψεκασμός, εκπομπή, πίδακας
  2. 02 πυραυλοκίνηση, αεριοπροώθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
噴射する
Παρόν (ευγενικό)
噴射します
Άρνηση (απλή)
噴射しない
Άρνηση (ευγενική)
噴射しません
Παρελθόν (απλό)
噴射した
Παρελθόν (ευγενικό)
噴射しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
噴射しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
噴射しませんでした
Τε-μορφή
噴射して
Δυνητική
噴射できる
Προστακτική
噴射しろ
Βουλητική
噴射しよう
Υποθετική (ば)
噴射すれば