ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό φτερνίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
嚏る
Παρόν (ευγενικό)
嚏ます
Άρνηση (απλή)
嚏ない
Άρνηση (ευγενική)
嚏ません
Παρελθόν (απλό)
嚏た
Παρελθόν (ευγενικό)
嚏ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嚏なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嚏ませんでした
Τε-μορφή
嚏て
Δυνητική
嚏られる
Προστακτική
嚏ろ
Βουλητική
嚏よう
Υποθετική (ば)
嚏れば