くしゃみ

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φταρνίζομαι, φτάρνισμα
  2. 02 ιδιωματισμός συνήθως γραμμένο με κάνα επαναλαμβανόμενη λέξη που λέγεται δύο φορές ως αντίδραση στο φτάρνισμα κάποιου άλλου, ως ξόρκι ενάντια στον πρόωρο θάνατο

Κλίση

Παρόν (απλό)
嚏する
Παρόν (ευγενικό)
嚏します
Άρνηση (απλή)
嚏しない
Άρνηση (ευγενική)
嚏しません
Παρελθόν (απλό)
嚏した
Παρελθόν (ευγενικό)
嚏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嚏しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嚏しませんでした
Τε-μορφή
嚏して
Δυνητική
嚏できる
Προστακτική
嚏しろ
Βουλητική
嚏しよう
Υποθετική (ば)
嚏すれば