囀る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κελαηδώ, τιτιβίζω, κελαηδίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 囀る
- Παρόν (ευγενικό)
- 囀ります
- Άρνηση (απλή)
- 囀らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 囀りません
- Παρελθόν (απλό)
- 囀った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 囀りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 囀らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 囀りませんでした
- Τε-μορφή
- 囀って
- Δυνητική
- 囀れる
- Προστακτική
- 囀れ
- Βουλητική
- 囀ろう
- Υποθετική (ば)
- 囀れば
- Υποθετική (たら)
- 囀ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 囀りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 囀るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 囀りなさい
- Παθητική
- 囀られる
- Αιτιατική
- 囀らせる