ささや

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ψιθυρίζω, μουρμουρίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα διαδίδω φήμες, κυκλοφορώ φήμες

Παραδείγματα

  • 彼女かのじょわたしなにかをささやいた

    Αυτή μου ψιθύρισε κάτι.

  • 図書館としょかんではしずかに、そしてちいさいこえささやべきです。

    Στη βιβλιοθήκη πρέπει να είσαι ήσυχος και να ψιθυρίζεις χαμηλόφωνα.

  • 彼女かのじょまわりでは、かれらの関係かんけいについて様々さまざまうわさささやかれていた。

    Γύρω της, ψιθυρίζονταν διάφορες φήμες για τη σχέση τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
囁く
Παρόν (ευγενικό)
囁きます
Άρνηση (απλή)
囁かない
Άρνηση (ευγενική)
囁きません
Παρελθόν (απλό)
囁いた
Παρελθόν (ευγενικό)
囁きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
囁かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
囁きませんでした
Τε-μορφή
囁いて
Δυνητική
囁ける
Προστακτική
囁け
Βουλητική
囁こう
Υποθετική (ば)
囁けば