ごうごう

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εκκωφαντικός (για κριτική, διαμαρτυρία κ.λπ.), θορυβώδης, φωνακλάδικος, οχληρός, ταραχώδης, έντονος