とらわれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιάνομαι, αιχμαλωτίζομαι, συλλαμβάνομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κυριεύομαι από (φόβο κ.λπ.), υποδουλώνωμαι σε, προσκολλώμαι σε, εμμένω σε, παρασύρομαι από, επηρεάζομαι από

Παραδείγματα

  • わなとらわれる

    Πιάστηκα στην παγίδα.

  • 過去かことらわれるのはやめましょう。

    Ας σταματήσουμε να είμαστε προσκολλημένοι στο παρελθόν.

  • 固定観念こていかんねんとらわれず、あたらしい発想はっそうつことが重要じゅうようです。

    Είναι σημαντικό να έχουμε νέες ιδέες, χωρίς να είμαστε δεσμευμένοι από στερεότυπα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
囚われる
Παρόν (ευγενικό)
囚われます
Άρνηση (απλή)
囚われない
Άρνηση (ευγενική)
囚われません
Παρελθόν (απλό)
囚われた
Παρελθόν (ευγενικό)
囚われました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
囚われなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
囚われませんでした
Τε-μορφή
囚われて
Δυνητική
囚われられる
Προστακτική
囚われろ
Βουλητική
囚われよう
Υποθετική (ば)
囚われれば