まわ

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γυρίζω, περιστρέφω, στριφογυρίζω, στρίβω, περιστρέφομαι
  2. 02 περνάω γύρω-γύρω, στέλνω γύρω-γύρω, δίνω γύρω-γύρω, κυκλοφορώ
  3. 03 μετακινώ (κάποιον ή κάτι εκεί που χρειάζεται), στέλνω, φέρνω, μεταφέρω, προωθώ, κατευθύνω, υποβάλλω
  4. 04 στρέφω (σε νέα χρήση), χρησιμοποιώ (για κάτι άλλο)
  5. 05 ανάβω (κάτι που γυρίζει ή έχει περιστρεφόμενο μέρος, π.χ. ένα πλυντήριο), βάζω μπρος (π.χ. έναν κινητήρα), βάζω (κάτι) σε λειτουργία
  6. 06 θέτω (κάποιον σε μια θέση), κάνω (π.χ. εχθρό)
  7. 07 ... γύρω-γύρω (π.χ. κυνηγάω, κοροϊδεύω, παίζω), κάνω παντού, κάνω ολόκληρο, κάνω εντελώς
  8. 08 περικυκλώνω (κάτι) με, περιβάλλω με
  9. 09 αγκαλιάζω (π.χ. τη μέση κάποιου), απλώνω το χέρι γύρω
  10. 10 επενδύω (χρήματα), δανείζω
  11. 11 καλώ (έναν τηλεφωνικό αριθμό)
  12. 12 βιάζω ομαδικά
  13. 13 λειτουργώ (π.χ. επιχείρηση, κατάστημα)

Παραδείγματα

  • ドアの取っ手とってまわします

    Γυρίζω το πόμολο της πόρτας.

  • 洗濯機せんたくきまわのをわすれていました。

    Ξέχασα να βάλω το πλυντήριο.

  • この会社かいしゃ一人ひとりまわのはとても大変たいへんだ。

    Είναι πολύ δύσκολο να τρέχω/διαχειρίζομαι αυτή την εταιρεία μόνος μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
回す
Παρόν (ευγενικό)
回します
Άρνηση (απλή)
回さない
Άρνηση (ευγενική)
回しません
Παρελθόν (απλό)
回した
Παρελθόν (ευγενικό)
回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回しませんでした
Τε-μορφή
回して
Δυνητική
回せる
Προστακτική
回せ
Βουλητική
回そう
Υποθετική (ば)
回せば